Εταίροι-Σύμμαχοι ή Αφεντκά;;

Ακριβώς πριν 2 χρόνια..

10/01/2019

Επισκέπτεται την Αθήνα η Καγκελάριος Μέρκελ.

Στα κάγκελα όλοι!..

Χαρακτηριστικό στιγμιότυπο:

Ο Πρόεδρος της Ελληνικής Δημοκρατίας την υποδέχεται. Συνεσταλμένος, αμήχανος, προσπαθεί να δειχθεί φιλόφρων, ως οικοδεσπότης φιλοξενών, αλλά το αφεντικό προσκυνών -δεν τολμά να σηκώσει το βλέμμα!..

Η άλλη, με γονίδιο κάπου μεταξύ Ράϊχ και Μπολσεβικισμού, υπερόπτης.

Τον κυτάει αφ'υψηλού, σα να λέει:

Σε ποιόν μιλάς έτσι;; Δεν με ικανοποιεί η ευγένειά σου. Πιό δουλικά θέλω!

Και.. δε σε είχα ανάγκη να μου πεις τί να κάνω και πού να καθίσω!. Στο προτεκτοράτο μου!.. 


Θεέ μου,

στους Άρχοντες και Κυβερνήτες μας

δώρισε σθένος, παρρησία και σύνεση και σοφία..

Στους εταίρους και συμμάχους μας

περίστελλε την αλαζονεία, την υποκρισία, την όποια σκευωρία, την τυραννικότητα..

Θεμελίωσε την Δικαιοσύνη στον κόσμο μας.

Σκέπαζε τον Έθνος μας και τον άδολο λαό μας.

Σε Σένα και μόνο αποβλέπουμε, ελπίζουμε, «πεποίθαμεν»..

Δεν θα καταρρεύσει η γη μας

 Μια και έγινε λόγος προχθές για Καλικαντζάρους, να πούμε και να ξεκαθαρίσουμε κάτι ακόμη.

Είπαμε ότι τα όντα αυτά είναι μικρά δαιμόνια, που επιδιώκουν να μας πειράζουν και παρενοχλούν, να φέρνουν αναποδιές, γκαντεμιές και ζημιές και προσκόμματα στην πορεία μας και να κάνουν δύσκολη τη ζωή μας.

Ο απλός λαός σχηματοποιεί τη μορφή και τη σκοτεινή δράση τους, και χρειάζεται κάποια σοφία να ξεκαθαρίζουμε ποιά ουσία κρύβεται πίσω από τις απλοϊκές εικόνες και φαντασίες του λαού.

Μία τέτοια περιγραφή είναι αυτή, όπου τα καρκατζούλια, τα διαβολάκια αυτά, ακαταπόνητα σε μηχανορραφίες και σκανταλιές, βρίσκονται στα καταχθόνια, στον καθαυτό «υπόκοσμο», και  έχουν ένα τεράστιο πριόνι και πριονίζουν.

Τί πριονίζουν; Το δέντρο, που υποβαστάζει με τα κλαδιά του το «επάνω κόσμο», την ανθρώπινη κοινωνία.

Αλλά δεν προλαβαίνουν.

Εκεί που όλο το χρόνο πασχίζουν και φτάνουν να το αποτελειώσουν, ώστε να πέσει πια το δέντρο, έρχονται τα Θεοφάνεια, τα σκορπίζει η φωτιά του Αγιασμού, η οποία και θεραπεύει συνάμα τα βαθειά τραύματα του δέντρου, και ..φτου κι απ'την αρχή..

Κι έρχεται στο νου μας εκείνη η θεόπνευστη δήλωση, η παντοκρατορική βεβαίωση: «Εγώ εστερέωσα τους στύλους αυτής»! (Ψαλμ.οδ'4)

Η Υδρόγειος, που έχει τα μυστικά και τους νόμους της,

για να λειτουργήσει σωστά, συνέχεια φθείρεται από την απροσεξία και την απληστία και τις εξυπνάδες των εφευρέσεων του ανθρώπου..

Επίσης και η κοινωνία, η συνύπαρξη των ανθρώπων, συνεχώς κινδυνεύει από διάλυση, διότι η κακία όλο και ροκανίζει τη συνοχή της, οι παραβατικές συμπεριφορές όλο πληγώνουν και τραυματίζουν τον κορμό της, και με κομένη την ανάσα περιμένουμε από στιγμή σε στιγμή να διαλυθεί..

Πόλεμοι, εγκλήματα, διαρρήξεις και κλεψιές και απάτες και.. και.. Τόση ακαλιεργησία σττις ψυχές, στους χαρακτήρες..   

Απελπιζόμαστε. Αγωνιούμε. Φτάσαμε «στα στερνά του κόσμου» λένε πολλοί..

Κάνουν καλά τη δουλειά τους εκεί κάτω τα ταγκαλάκια.. Επίμονα. Καταλυτικά. Και καγχάζουν.. Κι όλο ελπίζουν να τα καταφέρουν.

Τώρα τελευταία, που προκόψαμε στην επιστήμη και πήραν τα μυαλά μας αέρα, φανταζόμαστε τους εχθρούς όχι κάτω στη γη, αλλά στο Διάστημα, στο Σύμπαν, οι οποίοι τάχα έχουν προηγμένη Τεχνολογία και μας επηρεάζουν με τα αόρατα όπλα τους και έρχονται ή θα 'ρθουν να μας καταστρέψουν!. (σε τί κακοτράχαλα μονοπάτια περιπλανιέται και κατρακυλάει και πληγώνεται ο άπιστος άνθρωπος)..

Παρά ταύτα, έρχεται φωνή άνωθεν, που μας καθησυχάζει και μας βεβαιώνει. 

 «Εγώ εστερέωσα τους στύλους αυτής»!.

Έχω βάλει θεμέλια γερά, ακλόνητα και αμετάθετα. Βαθιές τσιμεντοκολώνες και αγκυρώσεις στις σαθρές πλαγιές της Οικουμένης.

Δεν πρόκειται να καταρρεύσει η αρμονία, που διέπει τον κόσμο. Δεν πρόκειτα να διαλυθεί η κοινωνία των ανθρώπων και ο πλανήτης γη.

Τα «πρόβατά μου», το αγαπημένο Μου γένος των ανθρώπων, «ουδείς αρπάσει εκ της χειρός Μου»!. (Ιω. ι'28)

«Ο Πατήρ μου μείζων πάντων εστί, και ουδείς δύναται αρπάζειν εκ της χειρός του Πατρός μου»!. (Ιω. ι'29)


**********

«Ήρθανε τα Φώτα κι οι φωτισμοί και χαρά μεγάλη και αγιασμοί»..

Ελευθερία!  Ασφάλεια. Αισιοδοξία.

Ανασαίνουμε! 

Δοξολογούμε! 


Τίμιος Πρόδρομος

Ο Άγιος Ιωάννης ο Βαπτιστής, από ηλικία 5-7 ετών περίπου έως 30 ετών ευρίσκετο στην έρημο πέραν του Ιορδάνου και περνούσε τη ζωή του με σιωπή, προσευχητικά, τρεφόμενος ψυχικά και πληρούμενος πνευματικά από την αίσθηση του Παντουργού και Παντεπόπτου Δημιουργού και απασχολούμενος και εντρυφώντας στην εν εξάρσει Δοξολογία Του..

Δεν τον ενδιέφερε τίποτε το εγκόσμιο. Ούτε οι γνωστοί του στην Ορεινή, όπου είχε γεννηθεί και είχε περάσει τα πρώτα χρόνια του (οι γονείς του είχαν εν τω μεταξύ αποθάνει). Αλλά ούτε πώς να ντυθεί και να  ευπρεπισθεί τον απασχολούσε (άλλωστε δεν υπήρχε άνθρωπος εκεί, ώστε να χρειασθούν οι συμβατικοί τύποι εμφανίσεως), ούτε κάν η διατροφή του τον ενδιέφερε, καμιά πείνα δεν αισθανόταν.. Η ύπαρξή του ήσυχη, ειρηνική, πεπληρωμένη, απορροφημένη προς το καθαυτό νόημα της ζωής, την προετοιμασία και τον οραματισμό της επουρανίου κλήσεως και βασιλείας..

Και σε ηλικία 30 ετών, η οποία ήταν απαρέγκλιτο όριο ωριμότητος για την ιουδαϊκή κοινωνία, έρχεται προς δυσμάς, στην αντίπερα όχθη του Ιορδάνου, και προσεγγίζει την ανθρώπινη κοινωνία.

Δεν έβγαλε ανακοίνωση στην .. Τηλεόραση και το Ραδιόφωνο (που δεν υπήρχε, βέβαια τότε) ούτε εκτύπωσε προσκλητήρια φυλλάδια, ουτε ζήτησε να γίνουν ανακοινώσεις στο Ναό των Ιεροσολύμων και τις Συναγωγές.

Τίποτε από αυτά. Απλώς, τώρα, δεν ήταν απομονωμένος και χαμένος στην έρημο, αλλά στεκόταν εκεί στις παρυφές των κατοικουμένων περιοχών.

Και τί συνέβη!  Οι άνθρωποι όλοι της Ιουδαϊκής κοινωνίας προσέτρεξαν να τον ιδούν και να τον ακούσουν.

Δεν υπήρχε κανείς να τον γνωρίζει και να τον συστήσει. Δεν αυτοσυστήθηκε ο ίδιος. «Ξέρετε είμαι ο γιός του ιερέως Ζαχαρία από την Ορεινή και έχω συγγενείς αυτούς κι αυτούς και ασκήτευα στην έρημο τόσα χρόνια για να καλλιεργηθώ ψυχικά, και πήρα φώτιση για να γνωρίζω τον Νόμο και τους Προφήτες απ'έξω, και πήρα ουράνια εντολή να 'ρθώ να σας κηρύξω»..  

Τίποτε από αυτά.

Μόνο του έγινε ένα απίστευτο ρεύμα κόσμου..

«Και εξεπορεύετο προς αυτόν πάσα η Ιουδαία χώρα και οι Ιεροσολυμίται» (Μάρκ. α'5) «και πάσα η περίχωρος του Ιορδάνου» (Μτθ. γ'5). Και οι επαρχιώτες και οι πρωτευουσιάνοι ήταν εκεί!

Δεν έμεινε άνθρωπος, που να μην παρακινηθεί να πάει, να δει με τα μάτια του, να ακούσει, να βιώσει..

«Και εβαπτίζοντο πάντες εν τω Ιορδάνη ποταμώ υπ’ αυτού, εξομολογούμενοι τας αμαρτίας αυτών». (Μάρκ. α'5)

Όλοι συνεκινούντο, κατενύσσοντο, όλοι παρεκινούντο να κάνουν την κίνηση να μπουν στο ποτάμι κάτι από το κοκκαλιάρικο ιερό χέρι του, να πουν λίγα λόγια με τα κρίματά τους και να φύγουν αναπαυμένοι, ειρηνικοί, γεμάτοι ελπίδα..

Τί τους έπειθε; Η μορφή του!  Η οσιότητα της συμπεριφοράς του. Το ήθος του! Το ουράνιο βλέμμα του, η εκτός του κόσμου τούτου ψυχή του! Η αύρα του, όπως λέμε σήμερα..

Ήταν μαζί τους, αλλά ήταν και αλλού! Τίποτε δεν τον επηρέαζε κοσμικά. Ούτε ο συνωστισμός, ούτε ο θαυμασμός τους τον απογείωνε με φυσίωση, ούτε το άκουσμα των όποιων αμαρτιών τον σκοτείνιαζε. Αδιατάρακτη η ψυχή του.. Υπεράνω.. Πολύ-πολύ αλλού, ψηλά, σε άλλους κόσμους.. Με φτερά τον απεικονίζει η Εκκλησία μας. Άγγελος ήταν!.

«Εγώ, φωνή βοώντος εν τη ερήμω, ετοιμάσατε την οδόν Κυρίου», έλεγε ταπεινά.   

Ήταν ένα θαύμα της θείας Προνοίας και Παναγαθότητος, της θείας Βουλής, να συμβεί αυτό, για να είναι έτοιμες οι ψυχές και να προστρέξουν με πίστη και αφοσίωση στον ερχόμενο Μεσσία.

Εννοείται ότι, σύμφωνα με τα ήθη της εποχής, οι γυναίκες παρίσταντο, άκουγαν, αλλά ό,τι είχαν να πουν ή να ερωτήσουν ή να εξομολογηθούν, το έπρατταν μέσω των συζύγων των.

Και εννοείται, επίσης, ότι οι Γραμματείς και Φαρισαίοι πήγαν να δουν περί τίνος πρόκειται, έμειναν άναυδοι και καθηλωμένοι από τν οσιότητά του, ωστόσο άπρακτοι μέσα στο φθόνο τους και στη ζηλοτυπία ότι κανείς έξω από αυτούς δεν υπάρχει και δεν είναι άξιος να διδάσκει.. Και δεν εβαπτίσθηκαν. Αυτό έλειπε να ταπεινωθούνε!..  βλέπε: (Λουκ.ζ'29-30) «Και πας ο λαός ακούσας και οι τελώναι εδικαίωσαν τον Θεόν, βαπτισθέντες το βάπτισμα Ιωάννου. Οι δε Φαρισαίοι και οι νομικοί την βουλήν του Θεού ηθέτησαν εις εαυτούς, μη βαπτισθέντες υπ' αυτού».

Ένα εξάμηνο κράτησε αυτό το καταπληκτικό ρεύμα του κόσμου. Τόσο χρόνο, όσος χρειαζόταν, για να προλάβει να περάσει όλος ο κόσμος, όλος ο πληθυσμός της Παλαιστίνης, αλλά και των Ιουδαίων της Διασποράς προφανώς, καθώς αυτοί σίγουρα θα ήρχοντο για την εορτή του Πάσχα στην πάτρια Γη.

Τόσο χρόνο, όσο χρειαζόταν για να φθάσει τα 30 χρόνια Του ο Ερχόμενος, ο Αναμενόμενος, ο Λυτρωτής! (εν δε τω μηνί τω έκτω της κυοφορίας της Ελισάβετ, ήλθεν ο Αρχάγγελος προς τη Παρθένον ευαγγελιζόμενος Λουκ.α'26 - ένα εξάμηνο διαφορά είχαν οι δύο μοναδικοί αυτοί άνδρες, συγγενείς μεταξύ τους, αλλά δεν είχαν συναντηθεί ποτέ, αφού ο Ζαχαρίας και η Ελισάβετ απεδήμησαν νωρίς, γέροντες όντες, ο δε Τίμιος Πρόδρομος ανεχώρησε από την κατοικημένη περιοχή, «παιδίον» στην ηλικία, «και ην εν ταις ερήμοις»-Λουκ. α'80)

Όλην αυτήν την ιστορία, ο ακριβέστατος Ιστορικός Λουκάς ο επιστήμων λόγιος και ιατρός την τοποθετεί χρονικά με απόλυτη ακρίβεια και σαφήνεια. Και εξ αυτού μπορούμε να χρονολογήσουμε όλα τα υπόλοιπα, τα επακολουθήσαντα γεγονότα.

«Εν έτει πεντεκαιδεκάτω της ηγεμονίας Τιβερίου Καίσαρος, ηγεμονεύοντος Ποντίου Πιλάτου της Ιουδαίας, και τετραρχούντος της Γαλιλαίας Ηρώδου, Φιλίππου δε του αδελφού αυτού τετραρχούντος της Ιτουραίας και Τραχωνίτιδος χώρας, και Λυσανίου της Αβιληνής τετραρχούντος, επ' αρχιερέων Άννα και Καϊάφα, εγένετο ρήμα Θεού επί Ιωάννην τον Ζαχαρίου υιόν εν τη ερήμω». (Λουκ. γ'1-2)  Ήταν το 26 μΧ.

Και διδασκόμεθα:

1.  Τί μεγαλείο πνευματικότητος και προσωπικότητος διέθετε ο Ιωάννης! Δώρο ουρανόσταλτο για την εποχή του. Ηγέτης πνευματικός, φάρος, οδοδείκτης!.  Συγκίνησε, ενέπνευσε, οδήγησε τις ψυχές.

Ποθούμε κι εμείς σήμερα κάποιον ή και κάποιους τέτοιους μπροστάρηδες, να δείξουν το δρόμο μέσα στη σκοτεινιά, να διαλύσουν τα ερέβη της απιστίας και της συγχύσεως και της αποστασίας. Να σηματοδοτήσουν την μετάνοια και επιστροφή στον Πανάγαθο Θεό..

2.  Κι από την άλλη πλευρά, ένα θαύμα περιμένουμε άνωθεν, μιά νεύση στις ψυχές όλων των συμπατριωτών μας. Να κατανυγούν, να μαλακώσουν, να συγκινηθούν από τα πνευματικά. Να αποκολληθούν από τα εγκόσμια, τα γεώδη, τα χαμερπή και να αναχθούν προς τον πόθο των επουρανίων. Με μια ψυχή, ενωμένοι, παρακινώντας ο ένας τον άλλον με έναν ιερό ζήλο. Ρεύμα να γίνει στον λαό μας η επιστροφή.. Άνωθεν περιμένουμε το θαύμα. Όπως τότε, που όλος ο λαός είχε τρέξει στον Ιορδάνη και είχε ανακαινισθεί..  

«Έκτεινον την χείρα σου δεητικώς προς Αυτόν, Βαπτιστά»..

Ήρθανε τα Φώτα κι οι φωτισμοί!..


 «και τας κεφαλάς των εκείσε εμφωλευόντων συνέτριψας δρακόντων»..  (Ψαλμ.ογ'13)

 Η κτίση ολόκληρη, μετά την προσβολή των Πρωτοπλάστων υπό του αρχεκάκου δαίμονος, ταλαιπωρείται, δυσλειτουργεί, ευρίσκεται υπό την κακίστην και μοχθηράν, την επιβλαβή επίδρασιν του μισοθέου και μισανθρώπου..

Έπεσε ο άνθρωπος, ο βασιλεύς της κτίσεως, και έκτοτε όλη η υλική άψυχη δημιουργία «συστενάζει και συνωδίνει» βογγάει, βαρυαναστενάζει, είναι επιβαρυμένη από σκοτεινά φορτία και επηρεασμό του «κοσμοκράτορος του σκότους του αιώνος τούτου», και απεγνωσμένα προσπαθεί να αποκρούσει και αντικρούσει «τα πνευματικά της πονηρίας»..  (Εφεσ. στ'12)

Η κακή και επιβαρυντική επήρεια των πονηρών πνευμάτων επί της Κτίσεως διαχωρίζεται φαινομενολογικά στις εξής μορφές.

- Τόποι. (βράχοι, χώμα, δένδρα, σπίτια) όπου για -Χ- λόγους κατόρθωσαν να αποκτήσουν εξουσία και κυριαρχία στο περιβάλλον, επιφανειακή βέβαια, και εγκατοικούν πλέον στην περιοχή αυτή κακά πνεύματα, τους ονομάζουμε δε «στοιχειωμένους» τόπους, «βρυκολακιασμένους» τους τόπους αυτούς.

Όταν, λοιπόν, κάποιοι άνθρωποι πλησιάζουν εκεί, δέχονται επιθέσεις και κακές επιδράσεις από τους κακούς αόρατους εξουσιαστές.

Ο λαός αυτά τά βλαβερά και επιθετικά και ενοχλητικά πνεύματα τα ονομάζει «καλικαντζάρους» ή «παγανά». (καλικάντζαρος=αυτός που αντί για υποδήματα φοράει πέταλα, πρβλ. και το Λατ .Caligatus=πεταλωμένος ή από το λυκάντζαρος=λυκάνθρωπος)  (παγανά=σκοτεινά πνεύματα της υπαίθρου, ξωτικά, αερικά, εκ του paganus-άνθρωπος της υπαίθρου, εξ ου και «παναγισμός»=πρωτόγονη θρησκευτικότητα).  Επίσης τα ονομάζει καί  «καρκατζέλια» (που σημαίνει τσουρουφλισμένος, καψαλισμένος)..

- Ζώα. Εδώ η επίδραση των σκοτεινών πνευμάτων υπεισέρχεται στις ζωϊκές λειτουργίες. Αισθάνονται ιδιαίτερη χαιρεκακία, να επιτίθενται, επιδρούν ή και υπεισέρχονται στα ζωντανά, διότι αποτελούν αυτά ένα κάποιο υποκατάστατο του ανθρώπου, τον οποίον κυρίως οι δαίμονες φθονούν και καραδοκούν να τον κυριεύσουν και να τον βλάψουν, αιωνίως δε, αποστερώντας του την ουράνια και ατελεύτητη μακαριότητα και δόξα. Τα ζώα προικισθεί  με μια προσωμοίωση ελευθερίας και ψυχής -με την δυνατότητα κίνησης στο χώρο, που τα χαρακτηρίζει, καθώς και με τις εκφράσεις του ενστικτώδους ψυχισμού τους.

Θυμηθείτε πώς τότε στους Γαδαρηνούς τα δαιμόνια ζήτησαν άδεια από τον Δεσπότη του Παντός, φεύγοντας από τον δυστυχή άνθρωπο, το πρώην θύμα τους, να καταφύγουν τουλάχιστον στους χοίρους..

- Ύδατα.  Αυτά έχουν την ιδιότητα (σε αντίθεση με χώμα-βράχους) να είναι διαπερατά. Μπαίνεις μέσα, ανακιρνάσαι..  Τα δαιμόνια εδώ λειτουργούν ως νεράϊδες, οι οποίες «παίρνουν τα μυαλά» και «μαγεύουν», ενοχλούν, αναστατώνουν, εμποδίζουν την ομαλή βιοτή του ανθρώπου.

- Αέρας. Παρομοίως με τα ύδατα. Περιβάλλει τον άνθρωπο ο αέρας, εισέρχεται στα πνευμόνια του. Κυκλοφορούν, λοιπόν, δαιμόνια, οι «άρχοντες της εξουσίας του αέρος» (Εφεσ.β'2).  Τα «αερικά», που έρχονται και φεύγουν αστραπιαία, προσπαθώντας να δηλητηριάσουν τη ζωή μας, να μας φέρουν αναποδιές και γκαντεμιές, αλλά και κακοθυμία, απογοήτευση, παραίτηση στα έργα και τον αγώνα μας, μελαγχολία και θλίψη.

 

Έρχεται, τώρα, ο Φιλανθρωπότατος Δεσπότης μας και Κύριος και εισέρχεται στα ύδατα του Ιορδάνη, εισέρχεται με το «πυρ της Θεότητος», μέσα-καταμέσα στην Κτίση,  και «συντρίβει τας κεφαλάς των εκείσε εμφωλευόντων -απαισίων- δρακόντων»!.  Και ολολύζουν αυτοί και τρέμουν και τρέχουν και φυγαδεύονται. 

Και η Κτίσις όλη γίνεται πάλι καθαρή και αμόλυντη, υποτεταγμένη στον Παντοκράτορα Δημιουργό και στα παιδιά Του.

«Ελευθέρα μεν η κτίσις γνωρίζεται, υιοί δε φωτός οι πριν εσκοτισμένοι».

Ανακαινισμένος ο άνθρωπος, σε καινούργια κατοικία-παράδεισο τη Φύση γύρω του.

«Εύκρατοι και επωφελείς» οι πνέοντες άνεμοι, «όμβροι ειρηνικοί», τα νερά που ποτίζουν τις καλλιέργειες της γης προς καρποφορίαν.

Και συλλογίζεται κανείς εκ του αντιστρόφου: Ο αποστάτης, οιηματίας, τεχνοκράτης, αθεόφοβος και καταχραστής της φύσεως σημερινός (δήθεν προχωρημένος και σοφός) άνθρωπος, πόση καταστροφή προξενεί, πόσο μολύνει τον αέρα (για να αναπνεύσει ο ίδιος κάπνα και δηλητήριο), πόσο ανατρέπει την ισορροπία τους νερού (για να εισπράξει πλημμύρες), πόσο δηλητηριάζει τις καλλιέργειες και το χώμα (για να εισπράξει στις τροφές του τοξίνες ασθενειών), πόσο βλάπτει την οικολογική ισορροπία γενικώς (για να ξαφνιάζεται κατόπιν σε ανατροπή του κλίματος, σε καύσωνες και αφόρητους χειμώνες και θύελλες και τυφώνες)..    

 

Κάθε χρόνο, όμως τέτοια μέρα, οι άνθρωποι εισδέχονται Φώτιση και θεία Χάρη και Ευλογία.

Ξυπνούν, διώχνουν κάθε αχλύ από το νου και την ψυχή τους. Ανανήπτουν, ξαναξεκινούν (όσοι καλοπροαίρετοι) για μια ζωή, πνευματικώς και υλικώς, επανατοποθετημένη, ξεκαινουργιωμένη.

 

Και ραντίζονται από τους Ιερείς του Υψίστου οι οικίες, οι δρόμοι, οι πηγές, οι λίμνες, τα ποτάμια, οι θάλασσες, ο αέρας που μας περιβάλλει.

 

Και τα σκοτεινά πνεύματα δεν αντέχουν το Φως και εξαφανίζονται, τρέχουν και φεύγουν προτροπάδην. Καψαλιασμένα (καρκάντζια). Ξορκισμένα!..

Τα παριστάνει τόσο απλά, μα τόσο ωραία ο λαός, να ξεφωνίζουνε τρομαγμένα, πανικόβλητα:  

 

Τα νερά αγιασθήκανε

Οι χαρές χαθήκανε

Πάμε εμείς να τρέξουμε

πριν μας καταβρέξουνε

στ` αγιασμένο το νερό

και χαθούμε απ` το Σταυρό.

****

Φεύγετε να φεύγουμε,

τι έρχεται ο τουρλόπαπας

με την αγιαστούρα του

Και με τη βρεχτούρα του.

 Φώτα ολόφωτα, που θα έλεγε ο Παπαδιαμάντης.

Τρισχαρμόσυνα.

Ας μένουν στο σκοτάδι και στην επήρεια του κακού, όσοι μοιρολατρικά και μαραζωμένα το επιλέγουν με αφροσύνη.

Οι πιστοί, που κατέκλυσαν με πρωτοχριστιανικό ζήλο και ηρωϊκή ομολογία πίστεως τους Ναούς μας και αγιασθήκανε, ζουν την «Καινή Κτίση».

Τα πάντα, γύρω τους και μέσα τους, είναι ολόλαμπρα, ξεκαινουργιωμένα και καταφωτισμένα.

Ασιόδοξα. Ερηνικά. Απαλλαγμένα από «καντζάρους» και «δρακόντους».

Δόξα τω Φανέντι Θεώ!..


Σαν Σήμερα: Παπαδιαμάντης!

 Ὄνειρον Ἀλεξάνδρου Παπαδιαμάντη, ἀμίσθου Ἱεροψάλτου

Ὁ συγγραφεύς του κειμένου, κ.Νίκος Δ. Τριανταφυλλόπουλος εἶναι φιλόλογος, διαμένων εἰς Χαλκίδα, ἐμβριθὴς μελετητὴς τοῦ Παπαδιαμάντη, ὑπεύθυνος γιὰ τὴν κριτικὴ ἔκδοση τῶν «Ἁπάντων» αὐτοῦ.

Παρουσιάζει τὸν γέροντα τῆς Σκιάθου, ὄντα σοβαρῶς ἀσθενῆ καὶ κλινήρη στὴν πατρικήν του οἰκίαν, νὰ μεριμνᾷ διὰ τὸ Διήγημα τῶν Φώτων, ποὺ τοῦ παρήγγειλεν ὁ Γαβριηλίδης, τὸ ὁποῖον ἴσως θὰ ἦτο καὶ τὸ τελευταίον, μεταξύ πραγματικότητος καὶ ὀνειροφαντασίας, λίγο προτοῦ ἀποδημήσει, τὰ μεσάνυκτα τῆς 2ας πρὸς 3ην Ἰανουαρίου τοῦ 1911.

Τὸ διήγημα προέρχεται ἀπὸ ἔμπνευσιν καὶ τὴν γραφίδα τοῦ Ν.Τριανταφυλλόπουλου, ὁ ὁποῖος ἀπομιμεῖται ἄριστα τὸ ὕφος τοῦ Παπαδιαμάντη!.

********

Ὁ Ἀλέξανδρος Παπαδιαμάντης, υἱὸς τοῦ ἱερέως Ἀδαμαντίου Ἐμμανουήλ, διηγηματογράφος καὶ ἱεροψάλτης, ὠνειρεύθη τὴν νύκτα τῆς 2ας πρὸς 3ην Ἰανουαρίου 1911, εἰς τὴν Σκίαθον, ὅτι εὑρίσκετο εἰς τὰς Ἀθήνας, ἔλαβε δὲ σημείωμα τοῦ Βλ. Γαβριηλίδου, μὲ τὸ ὁποῖον ὁ διευθυντὴς τῆς «Ἀκροπόλεως» τὸν ἐκάλει νὰ περάσῃ τὸ ταχύτερον ἀπὸ τὰ γραφεῖα τῆς ἐφημερίδος. Μολονότι ἐνόησεν ὅτι ἐπρόκειτο περὶ ἀναθέσεως ἐργασίας καὶ μολονότι ἡ οἰκονομική του κατάστασις πᾶν ἄλλο ἢ ἀνθηρὰ ἦτο, ἐδυσφόρησεν ἐλαφρῶς, ἔκαμε βῶλον τὸ σημείωμα καὶ τὸ κατέπιεν, ἀλλ᾿ ἡ κατάποσις ὑπῆρξεν ὀδυνηρά πως καὶ ηὐχήθη τότε νὰ εἶχεν ὀλίγον γάλα.

Αἰφνιδίως ἐπαρουσιάσθη ὁ φίλος του Νιρβάνας, ὅστις τοῦ ἔτεινε ποτήριον γάλακτος λέγων: «Ἀλέξανδρε, τόσον καιρὸν ἐπιμένω ὅτι, ἐὰν ἔπινες τακτικώτερα γάλα, θὰ ὠφελεῖσο πολύ, ἀλλ᾿ ἐσὺ μὲ πεῖσμα μοῦ ἀντιτάσσεις τὴν ἀπαράγραπτον τήρησιν τῆς νηστείας. Σήμερα ὅμως ἠμπορεῖς ἀνενόχως νὰ καταλύσῃς, καθ᾿ ὅτι διανύομεν τὸ Δωδεκαήμερο». Ὁ Ἀλέξανδρος ἔλαβε τὸ ποτήριον, ἀλλ᾿ ὅταν τὸ ἔφερεν εἰς τὰ χείλη του διεπίστωσεν ὅτι περιεῖχε διάλυμα ἀσβέστου, ταυτοχρόνως δὲ εἶδεν ὅτι ὁ Νιρβάνας διελύετο ὡς καπνός! Τοῦ Ἀχιτόφελ βουλαί, παίγνια τοῦ Βεελζεβούλ!

Θὰ ἐπήγαινε, λοιπόν, εἰς συνάντησιν τοῦ Γαβριηλίδου, πλὴν ὅμως «κουμπωμένος».

********

Καθ᾿ ὁδὸν εὑρέθη ἀντίπρωρος πρὸς τὸν συμπατριώτην του Λαλεμῆτρον, ὅστις τὸν ἐχαιρέτισεν μὲ ἄκραν διαχυτικότητα καὶ μὲ ἴσην ἀφελότητα τὸν ἐκάλεσε νὰ καθίσωσιν εἰς παρακείμενον ζαχαροπλαστεῖον, ὀνομαστὸν διὰ τοὺς λουκουμᾶδες του. Ἐδέχθη τὴν πρόσκλησιν, εἰσῆλθον εἰς τὸ κατάστημα καὶ ὁ Λαλεμῆτρος παρήγγειλε δυὸ μερίδας. Ἦσαν λουκουμᾶδες ἐξαίρετοι καὶ τοὺς ἐτίμησαν δεόντως. Ὁ Παπαδιαμάντης ἐποτίσθη μέχρις ὀνύχων ἀπὸ τὴν ἡδύτητά των, ὅλην ἄρωμα!

«Ἔχω ὅμως ἕνα παράπονο», ἀπήντησεν, ἀπροσδοκήτως ἀλλὰ καὶ μετὰ συστολῆς ἐκεῖνος.

Θορυβηθεὶς ὁ Παπαδιαμάντης τὸν ἠρώτησεν ἂν τυχὸν τοῦ ὀφείλει χρήματα καὶ τὸ ἐλησμόνησεν· ἂν περὶ αὐτοῦ πρόκειται, νὰ μὴ ἀνησυχῇ, θὰ λάβῃ σήμερα καλὴν παραγγελίαν καὶ προκαταβολήν, θὰ τὸν ἐξοφλήσῃ ἀμέσως. Πάσχων νὰ τὸν πείσῃ ἠσθάνετο νὰ ἀναπέμπωνται ἐκ τοῦ στομάχου εἰς τὸ στόμα οἱ λουκουμάδες ὡς γεῦσιν χολῆς.

Ὁ ἄνθρωπος συνεστάλη ἔτι περισσότερον, ὅταν ὡς ὁ Παπαδιαμάντης ἐπῆρε τὸν ἀνασασμόν του, ἐμορμύρισεν ὅτι οὐδέποτε ἔτυχε νὰ ἔχουν χρηματικὰς δοσοληψίας, καὶ πῶς εἶχε σκεφθῆ αὐτὰ τὰ περὶ χρέους; Ἄλλης λογῆς ἦτον τὸ παράπονό του, ὅτι δηλαδὴ τὴν ἱστορίαν τοῦ Γιάννη τ᾿ Μοθωνιοῦ, ὅπου ἐγύρισεν ἀπὸ τὴν Ἀμερικὴ καὶ ἐπανδρεύθηκε τὴ σαστικιά του, τὸ Μελαχρὼ τῆς Κουμπουρτζίνας, ὁ κυρ-Ἀλέξανδρος τὴν εἶχε βάλει στὸ χαρτί, ἀλλὰ τὴν ἰδικήν του, ὁποὺ καὶ αὐτὸς ἐβασανίσθη πέντε χρόνια στὴν Ἀλάσκα κ᾿ ἐτυφλώθη, καὶ ἐπέστρεψε στὴ Σκιάθο θαμματουργὰ θεραπευμένος, αὐτὴν λοιπὸν τὴν ἐλησμόνησεν.

Ἐξέφραζε τὸ παράπονον μὲ τὴν κεφαλὴν κάτω νεύουσαν, καὶ ὁ Παπαδιαμάντης μειδιῶν τοῦ ὑπενθύμισεν ὅτι ὁ ἐξάδελφός του Ἀλέκος εἶχεν ἀφηγηθῆ εἰς ὑπερεβδομήκοντα σελίδας τὸν νόστον του, ἄρα ἀδίκως παρεπονεῖτο, κινδυνεύων οὕτω νὰ θεωρηθῇ ἀχάριστος.

Ὁ Λαλεμῆτρος ἠκροᾶτο ταπεινῶς, ἐντούτοις εὗρε τὸ θάρρος ν᾿ ἀπαντήσῃ:

«Ἔχεις δίκιο, κυρ-Ἀλέξανδρε, ἀλλὰ δὲν μπορῶ νὰ μὴν τὸ πῶ· ἐσὺ θὰ τὴν ἔγραφες νοστιμώτερα. Ὡστόσο, σὲ παρακαλῶ, νὰ μὴν κάνῃς λόγο στὸν ἐξάδελφό σου γιὰ τὴν κουβέντα μας· γιατί νὰ τὸν πικράνω;».

Ὁ Παπαδιαμάντης ἠσθάνθη ὑποχωροῦσαν τὴν πικρότητα τῆς γεύσεώς του. «Ἰδοὺ ὅτι καὶ ὁ Λαλεμῆτρος ἔχει, καθὼς λέγουν, προτιμήσεις ὕφους!» εἶπεν ἐνδομύχως καὶ παρευθὺς ἄκανθα οἰήσεως ἀνεφύη ἐν τῇ καρδίᾳ του καὶ ἦτο εἰς τὴν ἀκμὴν νὰ κομπάσῃ «Ἀλέκο, σέ...», ἀλλὰ συνῆλθε πάραυτα καὶ ἀνελογίσθη τὸ ἀποστολικὸν· «Τί ἔχεις, ὃ οὐκ ἔλαβες; εἰ δὲ καὶ ἔλαβες, τί καυχᾶσαι ὡς μὴ λαβών;». Ἔτεινε τὴν χεῖρα του πρὸς τὸν Λαλεμῆτρον.

«Ὡραῖοι οἱ λουκουμᾶδες! Θὰ εἰπῶ εἰς τὸν Μωραϊτίδην ὅτι ἐκεῖνον ἤθελες νὰ κεράσῃς, ἀλλὰ δὲν τὸν εὗρες καὶ ἐπωφελήθην ἐγώ...».

********

Ἀπεχωρίσθησαν, καὶ ὁ Παπαδιαμάντης ἐτάχυνε τὸ βῆμα. Ὅταν ἔφθασεν εἰς τὴν «Ἀκρόπολιν», ὁ Γαβριηλίδης τὸν ὑπεδέχθη μὲ πλαστὴν ἀγανάκτησιν:

—Ἀλέξανδρε, εἶπεν, ἐχάθηκαν τὰ μόνιππα; Ἂς ἔπαιρνες ἕνα, ἀδελφέ, κι ἂς τὸ ἐχρέωνες εἰς ἐμέ! Βουλιάζουμε, Ἀλέξανδρε!

Τοῦ ἀνεκοίνωσεν ὅτι ἡ ἐφημερὶς εἶχε κατακλυσθῆ ἀπὸ χείμαρρον ἐπιστολῶν ἐξ ὅλης της Ἑλλάδος καὶ τῶν ὁμογενῶν τῆς ἀλλοδαπῆς. Διεμαρτύροντο οἱ ἀναγνῶσται διὰ τὴν ἀπουσίαν ἑορτίου διηγήματός του εἰς τὸ χριστουγεννιάτικον καὶ πρωτοχρονιάτικον φύλλον καὶ διεμήνυον ὅτι ἂν καὶ ἡ ἔκδοσις τῶν Θεοφανείων στερῆται παπαδιαμαντικοῦ ἀφηγήματος, δὲν θὰ ἠγόραζον τὴν ἐφημερίδα καὶ ἂς κρατήσῃ ὁ κύριος διευθυντὴς τὰς ἐπιστροφὰς τῶν φύλλων, διὰ νὰ τυλίγῃ τὸ προσφάγι του ἢ διὰ νὰ ψήνῃ ρέγγες!

 —Ἀκοῦς, Ἀλέξανδρε, ἐπέφερε μὲ βεβιασμένον πως γέλωτα, ἀκοῦς τὰ ἀπειλητικὰ αἰτήματα τοῦ ἀναγνωστικοῦ συνδικάτου; Κακὴν δημοκρατίαν τοὺς ἐδιδάξαμεν, φίλτατε, ἀλλὰ παρέλκει τώρα πᾶσα συζήτησις περὶ τοῦ ἀρίστου τῶν πολιτευμάτων. Λοιπόν, ἔχομεν τέσσαρας ἡμέρας ἕως τὰ Φῶτα, φρόντισε, Ἀλέξανδρε τὴν Παραμονὴν τὸ πρωΐ, νὰ μοῦ παραδώσῃς τὸ διήγημα.

—Μόνον ἂν ἐπήγαινα στὴν Σκιάθον, ὑπέλαβεν ὁ Παπαδιαμάντης, θὰ

ἠμποροῦσα, ἴσως, νὰ τὸ γράψω.

—Λοιπόν, τί περιμένεις; ἐβρυχήθη ὁ Γαβριηλίδης. Ναυλώνω πλοῖον καὶ ἀποπλέεις εἰς τρεῖς ὥρας, μόλις φθάσῃς στρώνεσαι στὸ γράψιμον, οὔτε κεφάλι θὰ σηκώσῃς, Ἀλέξανδρε, οὔτε νερὸ θὰ πιῇς, οὔτε λέξιν θὰ ἀπευθύνῃς εἰς ἄλλον καὶ τὴν Παραμονὴν τηλεγραφεῖς τὸ διήγημα.

—Ἀλλὰ ἐνδέχεται λόγῳ τοῦ καιροῦ νὰ μὴ λειτουργᾷ ἡ τηλεγραφικὴ γραμμή, εἶπεν ὁ Ἀλέξανδρος.

—Τότε πλέεις εἰς Χαλκίδα καὶ τηλεγραφεῖς ἐκεῖθεν, καὶ δὲν ἀναχωρεῖς εἰς τρεῖς ὥρας, ἀλλὰ τώρα ἀμέσως, καὶ λάβε τὸ ἥμισυ τῆς ἀμοιβῆς, εἶπεν ἐν ἐξάψει ὁ Γαβριηλίδης καὶ τοῦ ἐνεχείρισε φάκελον.

********

Ἀνάρπαστοι κατέβησαν εἰς Πειραιᾶ, ὁ Γαβριηλίδης ἐναύλωσε ταχύπλουν, ὁ Παπαδιαμάντης ἐπεβιβάσθη, καὶ τὸ σκάφος ἀπέπλευσεν. Ἐκ πείσματος τοῦ πλοιάρχου δὲν εἰσῆλθον εἰς τὸν Εὐβοϊκόν, τοῦ ὁποίου ὁ διάπλους εἶναι καταφανῶς ὀλιγότερον τρικυμιώδης ἀπὸ τὴν θαλασσίαν ὁδόν, τὴν διὰ τοῦ Αἰγαίου. Ἀνελπίστως ἐπέρασαν τὰ ἐπικίνδυνα τοῦ Καφηρέως ἄνευ ἰσχυρῶν κλυδωνισμῶν, ἀργότερα ὅμως ὁ καιρὸς ἤρχισε νὰ

χειροτερεύῃ καὶ ὅταν πλέον προσήγγιζαν εἰς τὴν Σκύρον, ἦτο ξίδι μοναχό, θάλασσα κιαμέτ!

Ὁ καπετάνιος ἠγκυροβόλησε στὲς Τρεῖς Μποῦκες, τὸν ἀσφαλέστατον λιμένα τῆς νήσου, καὶ ἐδήλωσεν ὅτι δὲν πρόκειται «νὰ σηκώσῃ ἄγκυραν, ἂν δὲν ξανοίξῃ». Εἰς μάτην διεμαρτυρήθη ὁ Παπαδιαμάντης, λέγων ὅτι τὸ πλοῖον εἶχεν ἁδρῶς ναυλωθῆ καὶ ὁ πλοίαρχος ὤφειλε νὰ κάμῃ νόμο-τρόπο, ὥστε αὔριον, τὸ βραδύτερον, νὰ εὑρίσκωνται εἰς τὴν Σκιάθον. Ἐκεῖνος ἀντέτεινεν ὅτι καμμία ναύλωσις δὲν εἶναι ὑπερτέρα τῆς σωτηρίας τοῦ σκάφους, καὶ ἂς μὴ λησμονῇ ὅτι ὁ ἴδιος ἔχει περιγράψει εἰς διήγημά του ἀβαρίας ἀναγκαίας πρὸς ἀποφυγὴν καταποντισμοῦ σκάφους καὶ ψυχῶν.

********

Ὁ Παπαδιαμάντης ἐκλείσθη εἰς τὸν θαλαμίσκον του. Ἦτο ἡ τετάρτη πρὸ τῆς ἑορτῆς ἡμέρα. Ἐξάπλωσεν εἰς τὴν κουκέταν του καὶ ἐσυλλογίζετο ὅτι, ἂν δὲν «ἔπεφτε ὁ καιρός» ἐκινδύνευε νὰ μὴ γράψῃ τὸ διήγημα καί, τὸ χειρότερον, νὰ χάσῃ τὰς Ὥρας τῶν Θεοφανίων. Ἀλλ᾿ ἂν ἐνέδωσεν εἰς τὴν παράλογον ἀπαίτησιν τοῦ Γαβριηλίδου, τὸ ἔκαμεν ἐπὶ τῇ προσδοκίᾳ τῆς Ἀκολουθίας τῶν Ὡρῶν ἐν τῇ προσφιλέστατῃ νήσῳ. Ὄχι, δὲν θὰ ἐπέτρεπεν ὁ Θεὸς νὰ μὴ τὰς συμψάλῃ μὲ τὸν κὺρ Ἀλεξανδρῆν, τὸν ψάλτην τοῦ ναοῦ τῶν Τριῶν Ἱεραρχῶν!

********

Ἤρχισε νὰ αἰσθάνεται θέρμην, καὶ μικρὸν ρίγος τὸν διεπέρασεν. Ἐσκεπάσθη καλῶς καὶ ἐσκέπτετο πλέον ὅτι ἡ ἐσπευσμένη ἀναχώρησις δὲν τοῦ ἐπέτρεψε νὰ μηνύσῃ εἰς τὸν ἐξάδελφον Ἀλέκον νὰ μὴ λείψῃ ἐκεῖνος κἂν ἀπὸ τὸν Ἅγιον Ἐλισσαῖον.

Ἀλλ᾿ ἐνεφανίσθη τότε ὅμιλος ἐνοριτῶν καί, κυρίως, ἐνοριτισσῶν τοῦ ναϋδρίου, οἱ ὁποῖοι ἐπρόβαλαν τὴν ἀπαίτησιν νὰ ἐπιστρέψῃ διὰ νὰ ψάλῃ αὐτὸς τὰς Ὥρας. Ἄλλως, ἠπείλουν, θὰ ἐκκλησιάζοντο ἀλλοῦ. Τοὺς ἐνουθέτησε καὶ τοὺς ἐξώρκισε, νὰ μὴ ἐκπειράζωσι Κύριον τὸν Θεόν των, εἰς τὰ θεῖα δὲν χωροῦν ἐκβιασμοί, καὶ πῶς ἦτον δυνατὸν νὰ εὑρεθῇ πάλιν εἰς Ἀθήνας ἄνευ θαύματος;

Ἀπεδείχθησαν ὅμως «ἀγύριστα κεφάλια», καὶ ἐκεῖνος, διὰ νὰ μὴ κολασθῶσιν, ἀνέβη εἰς τὸ κατάστρωμα καὶ ἐρρίφθη εἰς τὴν θάλασσαν.

********

Συντόνως κολυμβῶν ἔφθασεν αἰσίως εἰς Πειραιᾶ καὶ ἐκεῖθεν ἀνῆλθε διάβροχος εἰς Ἀθήνας καὶ εἰσῆλθεν εἰς τὸν θαλπερὸν ναΐσκον, καθ᾿ ἣν στιγμὴν ὁ τριτεξάδελφός του ἡτοιμάζετο νὰ ψάλῃ τὸ ἐξαίσιον καὶ ἀθάνατον Δοξαστικὸν τῆς Ἐνάτης Ὥρας. Θεωρῶν ὅμως, ἄνευ ἐκπλήξεως, εἰσερχόμενον τὸν καταστάζοντα Παπαδιαμάντη τοῦ λέγει φυσικότατα:

—Ἀλέξανδρε, ἰδικόν σου τὸ Δοξαστικόν!

********

Ἠσθάνθη φρικίασιν εὐφροσύνης καὶ ἐξύπνησε καὶ συνῆλθεν ἐκ τοῦ περιπετειώδους ὀνείρου. Ἐνόησε συγχρόνως, ὅτι δὲν θὰ προλάβῃ τὰς Ὥρας τῶν Φώτων.

Ἡ ἀδελφή του Κυρατσούλα, ποὺ εἶχε τὴν ἔγνοιαν του, τὸν ἠρώτησεν, ἐν συνοχῇ καρδίας· «Τί θέλεις, Ἀλέξανδρε;» Ἀφυπνίσθησαν σχεδὸν ἔντρομοι καὶ αἱ ἄλλαι, ὁποὺ ἐλαγοκοιμῶντο εἰς τὴν διπλανὴν κάμαρην.

— «Ἡσυχάσατε!», εἶπε πραέως, «θὰ ψάλω τὸ Δοξαστικόν».

Εἶτα μὲ τρέμουσαν φωνήν, ὡς πτηνὸν ἀποδημητικὸν ἀπερχόμενον εἰς θερμοτέρους οὐρανούς, ἐμινύρισε τὸ πανηγυρικὸν ᾆσμα: «Τὴν χεῖρά σου τὴν ἀψαμένην τὴν ἀκήρατον κορυφὴν τοῦ Δεσπότου... ἔπαρον ὑπὲρ ἡμῶν πρὸς αὐτὸν Βαπτιστά»..

********

Καὶ βλέπων ὅτι ὁ μέγιστος ἐν γεννητοῖς γυναικῶν τὸν ἐπεσκίαζεν ἤδη διὰ τῶν χειρῶν καὶ τῶν πτερύγων του, ἔκλινε πρὸς τὴν πλευρὰν τῆς καρδίας καὶ ἀπέπτη..